ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ

Το Αγωνιστικό Δημοκρατικό Κίνημα, θεωρεί ότι το συμφέρον επιβίωσης μιας κοινωνίας με ανεξάρτητη κρατική κυριαρχία είναι η έσχατη λογική και υπέρτατη αρχή, ως προς την οποία δεν χωρεί συζήτηση ή διαφωνία. Το κράτος κάθε ανεξάρτητης δημοκρατικής κοινωνίας είναι θεσμός συλλογικής ελευθερίας.

Τόσο η σημερινή τάξη των πραγμάτων στην Κύπρο, όσο και οι όροι που εμπεριέχοντο στο Σχέδιο Ανάν δεν είναι συμβατοί με αυτές τις θεμελιώδεις αρχές. Η ανάγκη για μια λύση μέσα από ένα νέο σχέδιο που να σέβεται χωρίς παρεκκλίσεις την ανάγκη για συμφιλίωση και συνεργασία μεταξύ των κοινοτήτων και όλων των ενδιαφερομένων πλευρών με την πλήρη αποδοχή και εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου και του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου θα πρέπει να αποτελεί τη συνισταμένη του αγώνα μας.

Είναι επιβεβλημένο να παραμείνουμε σταθερά προσηλωμένοι στον κοινό μας στόχο που δεν είναι άλλος από την αποκατάσταση της ελευθερίας και της δικαιοσύνης στην Κύπρο. Μακριά από σκοπιμότητες και μικροκομματικές προσεγγίσεις, με υπευθυνότητα και αγωνιστική σύνεση να συμπράξουμε, ομόθυμα και ομόψυχα, για κοινή παραγωγική δράση και για την επίτευξη των καλύτερων δυνατών αποτελεσμάτων, για την κοινή μας Πατρίδα.

Το ΑΔΗΚ, ούτε μηδενίζει, ούτε θριαμβολογεί για τα μέχρι τώρα αποτελέσματα των προσπαθειών της πλευράς μας αναφορικά με το εθνικό μας πρόβλημα, την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας στην Ε.Ε. και τη στάση της έναντι της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Υπενθυμίζουμε και υπογραμμίζουμε, όμως, την ξεκάθαρη θέση του ΑΔΗΚ, ότι τα όσα έχουμε επιτύχει, όσα και αν είναι αυτά, δικαιώνουν πλήρως πόσο ενδεδειγμένη ήταν η απόφαση του Κυπριακού λαού για την ένταξή μας στην Ε.Ε. πριν τη λύση του Κυπριακού προβλήματος, και πόσο σωστή ήταν η στάση που τήρησε ο λαός μας κατά το δημοψήφισμα της 24ης Απριλίου 2004. Αν μη τι άλλο εξακολουθούμε να υπάρχουμε σαν κράτος και σαν λαός, ισότιμο μέλος της Ε.Ε., και μπορούμε να συνεχίσουμε να αναζητούμε και να διεκδικούμε κάτι καλύτερο.

Πρέπει επίσης να υπενθυμίζουμε στους πάντες και ιδιαίτερα στις κυβερνήσεις των ΗΠΑ και της Βρετανίας και στον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών ότι η Κυπριακή Δημοκρατία είναι πλήρες μέλος της Ε.Ε. Ως εκ τούτου η Κοινοτική έννομη τάξη, η λαϊκή κυριαρχία και τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι για μας θέματα ουσιαστικά και αδιαπραγμάτευτα. Να υπενθυμίσουμε ακόμα ότι το 76% της βούλησης του Κυπριακού Ελληνισμού δεν μπορεί να περνά απαρατήρητο, ούτε να περιφρονείται η μεγάλη πλειοψηφία του Κυπριακού λαού, στην προσπάθεια επαναφοράς του Σχεδίου Ανάν με τις οποιεσδήποτε τροποποιήσεις οι οποίες, κατά την άποψή τους, θα πρέπει να τύχουν της έγκρισης των Στρατηγών της Άγκυρας.

Πιστεύουμε ότι στοιχειώδης στάση αυτοπροστασίας της Κυπριακής Δημοκρατίας απαιτεί όπως εξαλειφθούν από το λεξιλόγιό μας οι λέξεις «σχέδιο Ανάν».

Για εμάς στο ΑΔΗΚ το Σχέδιο Ανάν είναι νεκρό.
Είναι, πράγματι, αδιανόητο να συνεχίζουμε να μιλάμε για «λύση στην βάση του σχεδίου Ανάν» την στιγμή που:

α) η συντριπτική πλειοψηφία του Κυπριακού Ελληνισμού το απέρριψε,

β) το ίδιο το σχέδιο αναφέρει ότι απόρριψή του σημαίνει ότι δεν θα υπάρχει πλέον,

γ) Το πλήθος των ουσιαστικών και δομικών αλλαγών και αναδιατυπώσεων που θα πρέπει να υποστεί, καθιστούν την όποια προσπάθεια εξωραϊσμού ή επιδιόρθωσης του, αδιέξοδη και επικίνδυνη.

δ) τυχόν συγκατάθεση στην επαναφορά του σημαίνει ουσιαστικά συναίνεση για επιβολή του,

ε) τυχόν αποδοχή του σημαίνει αναίρεση των πλεονεκτημάτων της ένταξης μας στην Ε.Ε. και

στ) τυχόν αναζωπύρωση της φιλοσοφίας που το διέπνεε, θα εμποδίσει την εξεύρεση μιας βιώσιμης και λειτουργικής, δημοκρατικής και Ευρωπαϊκής λύσης. Επανασυζήτηση στην βάση ή στο πλαίσιο ή στην φιλοσοφία του Σχεδίου Ανάν, θα απολήξει (εκ των πραγμάτων και λόγω των παντοειδών φίλιων ή εχθρικών πιέσεων) σε εκφυλισμό της προσπάθειας και στην υιοθέτηση μικρών / διακοσμητικών αλλαγών. Τέτοιων, που θα ικανοποιούν ελάχιστα την Ε/Κ Κοινότητα και την δίκαιη υπόθεση της Κυπριακής Δημοκρατίας και θα επαναβεβαιώνουν το ετοιμόρροπο και το θνησιγενές της λύσης, με τις πολιτειακές ανισορροπίες, τον φυλετικό διαχωρισμό, την αντιδημοκρατικότητα, την μη λειτουργικότητα, την οιονεί κηδεμονία της Άγκυρας και την παγίωση και επέκταση των Αγγλικών Βάσεων και συμφερόντων. Όποιο κι’ αν είναι το νέο Σχέδιο Ανάν, όποια και αν είναι η νέα αρίθμησή του θα οδηγήσει σίγουρα σε αυτοπαγίδευσή μας, πολύ χειρότερης αυτής που επιχειρηθεί τον Απρίλιο του 2004 και της περιβόητης επιδιαιτησίας του, την οποία (επιδιαιτησία) ουδέποτε θα πρέπει να επιτρέψουμε να επανεμφανισθεί ενώπιον μας, είτε αμέσως, είτε πλαγίως.

Υπό τις συνθήκες, το ΑΔΗΚ πιστεύει ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν έχει άλλη επιλογή παρά την ταχύτατη και άμεση ενεργοποίησή της για την προετοιμασία ενός προσεκτικά επεξεργασμένου «Σχεδίου Συνολικής Λύσης του Κυπριακού», το οποίο να προσεγγίζει το θέμα «Λύση Κυπριακού» έντιμα, ισόρροπα και δίκαια. Η πρόσφατη πρόταση διακεκριμένων επιστημόνων διεθνούς κύρους, γνωστή ως πρόταση των “8 σοφών”, προσφέρει πιστεύουμε τη βάση και το υπόβαθρο για να απολακτίσουμε τον ογκόλιθο Ανάν και να διεκδικήσουμε πραγματικά μια δίκαιη και ισορροπημένη  διευθέτηση.

Κύπρος και Ελλάδα συγκατένευσαν και ουσιαστικά συνήργησαν ώστε να δοθεί Ευρωπαϊκό διαβατήριο στην Τουρκία με την κοινή πεποίθηση ότι μία Τουρκία στην Ευρώπη είναι πιο εύκολο να προσαρμοσθεί σε δημοκρατικούς κανόνες.

Παράλληλα, γνωρίζουμε την «απόφαση» για την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων Τουρκίας – ΕΕ, όπως επίσης όλοι γνωρίζουμε και τις πολλές διαφορετικές αναγνώσεις των πολλών αμφίδρομων και αμφιλεγόμενων ερμηνειών της.

Ορθά επισημαίνεται ότι πρόκειται για την αρχή μιας μεγάλης πορείας. Το ερώτημα όμως είναι: Προς ποιο προσανατολισμό; Στοιχειώδης ορθολογισμός επιτάσσει να δεχθούμε πως οι διακηρυγμένοι σκοποί θα εκπληρώνονταν αν υπήρχε σαφής δέσμευση της Τουρκίας να αποδεχθεί τα νομικά και πολιτικά κεκτημένα του θεσμού στον οποίο θέλει να προσχωρήσει, συμπεριλαμβανομένης της αναγνώρισης όλων των κρατών μελών που συμμετέχουν σ’ αυτό. Θα έπρεπε ακόμα να υπάρχει πρόνοια –έστω και με την μορφή δήλωσης– για την αποχώρηση όλων των στρατευμάτων κατοχής, τον σεβασμό του διεθνούς δικαίου και την αποδοχή εκ μέρους της Τουρκίας λύσης του Κυπριακού προβλήματος που θα εντασσόταν στην λογική του νομικού και πολιτικού πολιτισμού της Κοινότητας, τον οποίον η ίδια η Τουρκία τόσο πολύ επιθυμεί να υιοθετήσει με την ένταξή της στην Ε.Ε. Αυτά τα ελάχιστα δεν επιτεύχθηκαν. Αντίθετα, η Ευρώπη, η Ελλάδα και η Κύπρος εισερχόμαστε σε ένα διαπραγματευτικό λαβύρινθο με συνεχείς εκπτώσεις και κατευνασμούς έναντι της τουρκικής θρασύτητας, αλαζονείας και υπεροψίας.

Από την καταδίκη της τουρκικής εισβολής-κατοχής και του διεθνούς εγκλήματος του εποικισμού του εθνικού ξεκαθαρίσματος και της γενοκτονίας που διαπράττει η Τουρκία στην Κύπρο φτάσαμε στην «ομαλοποίηση» των σχέσεων μας με τον Τούρκο κατακτητή. Με την Τουρκία, όχι μόνο να μην συμμορφώνεται με τις αυτονόητες υποχρεώσεις της, και την άμεση αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων από την Ευρωπαϊκή επικράτεια, όχι μόνο να μην αποκαθιστά τα ανθρώπινα δικαιώματα στην Κύπρο, όχι μόνο να μην σταματά το εθνικό ξεκαθάρισμα και την γενοκτονία σε βάρος του Κυπριακού Ελληνισμού, αλλά με κυνικότητα να διακηρύττει ότι δεν πρόκειται να αναγνωρίσει την Κυπριακή Δημοκρατία, ότι δεν πρόκειται να υλοποιήσει το πρωτόκολλο που η ίδια υπέγραψε στις Βρυξέλλες και ότι δεν πρόκειται να αποσύρει ούτε έναν Τούρκο στρατιώτη πριν από τη λύση.

Θα ήταν παράληψη, να μην επισημάνουμε ότι, η τουρκική αλαζονική συμπεριφορά και προκλητικότητα έναντι της Κύπρου, αλλά και της Ελλάδος, δεν πηγάζει μόνο από την αίσθηση της περιφερειακής υπερδύναμης.  Στην πραγματικότητα πηγάζει και εκπορεύεται, από την ανοχή της ίδιας της ευρωπαϊκής οικογένειας, αλλά και την υπόθαλψη, την υποδαύλιση και ενθάρρυνση της οποίας τυγχάνει από τον αγγλοαμερικανικό παράγοντα.  Δεν θα ήταν υπερβολικό να πούμε, ότι όπως ακριβώς ξεκίνησαν οι ορδές του Αττίλα για την Κύπρο τον Ιούλιο του 1974 με την πλήρη στήριξη των αγγλοαμερικανών, έτσι συνεχίζεται και συντηρείται μέχρι σήμερα η τουρκική επιθετικότητα. Η εξάρτηση της Τουρκίας και του κεμαλικού στρατοκρατικού καθεστώτος της από τον αγγλοαμερικανικό παράγοντα, είναι πλήρης και απόλυτη.  Ούτε ένα αεροσκάφος, ούτε καν ένα τουρκικό όχημα δεν μπορεί να βάλει μπρος τις μηχανές του αν εκ των προτέρων δεν είναι δεδομένη η ανοχή ή αν όχι η ενθάρρυνση του.

Αυτές οι εξελίξεις σηματοδοτούν δύσκολες μέρες για την Ευρώπη, το πολιτικό μέλλον της οποίας, πρέπει να θεωρείται αναπόδραστα ζοφερό και αβέβαιο. Τους επόμενους μήνες και χρόνια, η Ευρώπη θα γνωρίσει τι σημαίνει «ανατολίτικο παζάρι» σε μια διαπραγμάτευση όπου η ισχυρή πλευρά θα είναι η Τουρκία, οι Αγγλοαμερικανοί και οι σύμμαχοί τους στην Ευρώπη και η αδύναμη πλευρά θα είναι ο πολιτικά κατακερματισμένος θεσμός της Ε.Ε. εντός του οποίου, για να παραφράσουμε τον Ντε Γκολ, θα υπάρχουν, όχι ένας, αλλά πολλοί Δούρειοι Ίπποι που θέλουν την Ευρώπη πολιτικά ανύπαρκτη και στρατηγικά εξαρτημένη.

Σε κάθε όμως περίπτωση, το ΑΔΗΚ πιστεύει και διακηρύττει ότι το δικαίωμα πρόταξης της αρνησικυρίας μας, παραμένει όσο ποτέ άλλοτε έγκυρο και ισχυρό. Το βέτο σε περίπτωση που η Τουρκία συνεχίσει να αρνείται να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις της είναι και επιβεβλημένο και αναπόφευκτο. Η θέση μας πρέπει να είναι σαφής και ξεκάθαρη. Η Τουρκία πρέπει να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της στα αρχικά στάδια των διαπραγματεύσεων και δεν πρέπει να αφεθεί να λειτουργεί προκλητικά και απροκάλυπτα εκτός της Ε.Ε., αγνοώντας τις αρχές και τις αξίες της ίδιας της Ευρώπης.

Οι εξελίξεις αυτές μας δείχνουν ότι ήρθε η ώρα της Ε.Ε. για να καταδείξει ότι η ίδια απαιτεί να τηρηθούν οι αρχές και οι αξίες στις οποίες στηρίζεται. Παράλληλα, οι τακτικοί χειρισμοί εκπλήρωσης μιας στρατηγικής διεξόδου από τα αδιέξοδα είναι υπόθεση των κυβερνήσεων Ελλάδας και Κύπρου και δεν έχει την πολυτέλεια να αποτύχει. Μιας στρατηγικής διεξόδου που δεν μπορεί παρά να διέπεται από τις ακόλουθες απαράβατες αρχές:

 

  • Η κυρίαρχη Κυπριακή Δημοκρατία δεν πρόκειται να δεχθεί οποιοδήποτε εσωτερικό καθεστώς που θα της στερεί αυτά που αποτελούν κεκτημένα όλων των υπόλοιπων συνεταίρων της στην Ε.Ε.
  • Ως κυρίαρχο μέλος τους διεθνούς συστήματος η Κύπρος επιμένει σ’ αυτό που για τρεις δεκαετίες απαιτεί: συμμόρφωση όλων των εμπλεκομένων με τον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ.
  • Ως ισότιμο μέλος της ΕΕ η Κυπριακή Δημοκρατία αταλάντευτα απαιτεί συμμόρφωση των υποψηφίων μελών με τις αρχές του νομικού και πολιτικού πολιτισμού της Ενωμένης  Ευρώπης.